Οι γονείς μάς άφηναν να παίζουμε με τις ώρες… Νοιάζονταν μόνο, αν ανοίγαμε κάνα κεφάλι (από πέτρα συνήθως.). Για τα γόνατα δεν το συζητώ, καθημερινό «λάφυρο.»
Ο αέρας φυσούσε, όσο χρειαζόταν να μας κρατά δροσερά τα κορμάκια στην ντάλα του μεσημεριού. Ο Αύγουστος ντυμένος με έντονα χρώματα, σουλατσάριζε στις ψυχές μας και τις άνοιγε. Γέλια, φωνές, ξεφωνητά κάποιες φορές.
Ένας Αύγουστος ξεχασιάρης, ζωηρός, μας έλυνε και μας έδενε με πολύχρωμες κλωστές. Και συ γελούσες… πάντα γελούσες! Έβγαζες γέλιο από την καρδιά… τρανταχτό. Τα μάγουλα ανασηκώνονταν και τα δόντια εμφανίζονταν σαν λεύκα στρατιωτάκια στην σειρά.
Έλεγα, «να μην τελειώσει αυτό το γέλιο.»
Με τη φέτα το καρπούζι στο χέρι και τα δάχτυλα βρεγμένα από τη θάλασσα, ανεβοκατέβαινες τους αμμόλοφους φτύνοντας κουκούτσια. «Για τα μυρμήγκια», έλεγες. Άλλοτε πάλι περίμενες ώρες ολόκληρες να εμφανιστούν και να πιάσουν δουλειά, το ένα πίσω από το άλλο.
Μόνο η μυρωδιά από τις τηγανητές πατάτες και το φως της αυλής μας μάζευαν μέσα.
Νύχτωσε πια…
Σύνταξη: Αθηνά Γκούσκου
Επιμέλεια: Νάνσυ Αβραμοπούλου
NancysBlog Κοινωνικά, Σχέσεις, Μαμά & Παιδί